Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2021

Εγωτικές μηχανές

 


 

 

Θωρακισμένα εγώ

Ζευγμένα   στη δουλεία

Για μια αέναη ασχολία

Κι η σχόλη σε λιλιπούτειες δώσεις

Για να μην ξέρουμε τι στο καλό να την κάνουμε.

Εργασία.

Έκπτωτοι του παραδείσου

Έρωτας

Το αντίδοτο που μισούν οι εξουσιαστές.

Αναρχία

Χάος

Μπερδεμένα μυαλά

Ανίκανοι να αγαπηθούμε

Τριγυρνάμε αέναα σε προστατευτικά κουβούκλια

Μέχρι να σαπίσει η ψυχή μας

Και το κορμί μας μια άχρηστη μάζα

Που σκοράρει αφοδεύοντας

Το τίποτα της μηχανοποιημένης

Προσομοιωτικής ψευδαίσθησης

Που είναι η «ζωή»  μας.

Παρασκευή 29 Ιανουαρίου 2021

Ηλεκτρο-λύπες

 

  

 

Διαδικτυακές τσούλες μού στέλνουν αιτήματα φιλίας. Κάποιες άλλες απλά βλέπουν την ιστορία μου ασχολίαστα. Ενίοτε εκδηλώνουν την ευαρέσκειά τους στις αναρτήσεις μου. Μα ποτέ δεν στέλνουν μηνύματα— αρνούνται να με ανακατατάξουν στο ανθρώπινο είδος. Είμαι μια μηχανή που παράγει σκέψη και φωτογραφίες— ενίοτε χαριτωμένες. Ο χρόνος χαράς λιγοστεύει επικίνδυνα. Κάποιο κουμπί θα πατάω εν αγνοία μου κι από συναισθήματα ερωτικά εισπράττω πλήρη άρνηση κι ακύρωση. Ακόμα και σε στιγμές άσχετες— μα προπαντός σε στιγμές κορύφωσης. Μάλλον όταν ανάβουν τα κόκκινα— εκεί καίγονται τα θηλυκά ηλεκτρόνια —χρειάζονται βλέπεις ψυχρό περιβάλλον για να διατηρηθούν.

 Εξεγείρομαι κι απομένω με το έξυπνο τηλέφωνό μου βουβό. Έτσι κι αλλιώς, η ζωή επιτρέπει μόνο την αφή στην οθόνη. Η επαφή των σωμάτων μάς τελείωσε. Δε βγαίνει πια στην Αγορά.  Μονάχα πόρνες σε οθόνες να αυνανίζονται για μας.

 Σε ξεπεράσαμε πρωτόγονε άνθρωπε. Δεν έχουμε ανάγκη την επαφή— μονάχα τη φαντασιακή της εκδοχή.

 Το Ψεύτικο είναι πιο αληθινό. Δεν πονάει τον ψεύτη, δεν του βγάζει τη μάσκα.

 Προς θεού! Φόρα τη μάσκα— Η Αγάπη είναι μικρόβιο!

Δευτέρα 25 Ιανουαρίου 2021

Παρατηρητήριο Ανθρωπίνων Αθλιοτήτων

 


 

 

 

Γεροντοκόρες σαπίζουνε στα πατρικά τους σπίτια

Σαραντάχρονα παιδοβούβαλα αυνανίζονται στα παιδικά τους δωμάτια

Γριές μαμάδες σε ρόλο νταντάς

Μπαμπάδες ερωτευμένοι με την τριαντάρα ανύπαντρη κόρη

Μαλακίζονται συχνά, καμαρώνοντας στο βάθος πως τους προτίμησε

Γαμπροί αδιέξοδοι μαραζώνουν σε ατέρμονες προσμονές

Κι ηλεκτρονικές τσούλες να παρέχουν λυσσασμένα ανακούφιση.

Δεν ντρέπονται να δείξουν το μουνί τους στην κάμερα

Αρκεί να μην τις αγγίξει κανείς.

Τι διάολο;

Πρέπει να είσαστε προσεκτικές.

Τόσες αρρώστιες κυκλοφορούν εκεί έξω

Κι ο έρωτας η μεγαλύτερη απ’ όλες

Τσουλίτσες με την καθωσπρέπει ηλεκτρονική σας εικόνα.

Τα δάχτυλα κι οι δονητές, η καλύτερη λύση.

Μόνο κλειδώστε καλά την πόρτα

Η αιμομιξία άπαξ και στη χτυπήσει,

Δύσκολα τής γλιτώνεις.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2021

Οι αρνητές της ζωής

 

Στα λιβάδια του θανάτου, σκυμμένες νεκροζώντανες προχωρούν

Βροχή μαύρη τ’ ουρανού, ραγισμένες πλάτες

π’ αρνήθηκαν το Φως

Υπερήφανα τίποτα ντυμένα γυναίκεια φιλαρέσκεια

Αναμασούν δηλώσεις υποτέλειας

Αυνανίζονται σκεπτόμενες τον εαυτό τους

Προχωρούν κόντρα στο μοίρασμα

Κόντρα στην αγάπη

Κόντρα στη ζωή.

Τσαλαπατούν καρδιές

Αγέρωχες σκρόφες

Συντρόφισσες του φασισμού

Σπιλώνουν  κατάφατσα τον ήλιο

Φτύνοντας το γλοιώδες πύαρ της ψυχής τους

Πάνω στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Ξερίζωσε τον Νάρκισσο,

Ο θάνατος είναι ό,τι του αξίζει.

Τρίτη 25 Οκτωβρίου 2016

Οι θαλασσόλυκοι της αμμουδιάς.




Ο Μέλιος, είχε πάθος με τη θάλασσα. Από παιδί είχε όνειρο να γίνει καπετάνιος. Μα την φοβόταν κιόλας. Κι έτσι, όταν μεγάλωσε, βρήκε μια συμβιβαστική λύση. Έγινε ιδιοκτήτης, ενός κέντρου θαλάσσιων σπορ. Έκτισε την παράγκα του δίπλα από ένα γνωστό ξενοδοχείο της πόλης μας, προστατευμένο κιόλας από τον θεό Ποσειδώνα, και εγκαταστάθηκε θα έλεγε κανείς εκεί. Κάθε πρωί για 8 μήνες το χρόνο, από τον Μάρτιο μέχρι τον Νοέμβριο, φορούσε το μαύρο του μαγιό-σλιπάκι, που άφηνε να φαίνεται γυμνό όλο σχεδόν το ηλιοκαμένο, δασύτριχο σώμα του, και έπιανε δουλειά. Έβγαζε τα καλύμματα από τα τζετ-σκι, έβαζε τα γαλάζια μαξιλαράκια πάνω στα πλαστικά άσπρα κρεβατάκια της παραλίας, άνοιγε και στερέωνε καλά τις ομπρέλες, έπλενε με το λάστιχο τα κανό καγιάκ ,και περίμενε την άφιξη των πρωινών παραθεριστών. Με τα χρόνια, από απλό παιδί των θελημάτων της παραλίας, μετεξελίχτηκε σε μικροεπιχειρηματία του στυλ αραχτός και λάιτ, με τους φραπέδες του, τα τσιγαράκια του, το τάβλι με τους γερόλυκους φίλους του κάτω από την τέντα που τους προστάτευε από τον ήλιο. Έτρωγε τα φρούτα του καθισμένος στον ξύλινο εκδρομικό πάγκο πάνω στην άμμο, και έτρωγε ταυτόχρονα με το μάτι τις τουρίστριες. Πιο πέρα, σε ένα παρκάκι, πάνω ακριβώς από την παραλία, έβλεπες να κάθονται διάφοροι συνταξιούχοι και μη, με τα μαγιό, η λεγόμενη παρέα των φιλοσόφων της παραλίας. Όποτε περνούσες από κει, τους άκουγες να μιλάνε για πολιτική, ιδεολογίες, διάφορες μεταφυσικές ανησυχίες, μα και πλούσια ήταν η συζήτηση τους  σε συνομωσιολογίες. 
 Πλαδαροί, παστωμένοι απ’ τον ήλιο, αξύριστοι και με μάτια κόκκινα, ίσως απ’ την αϋπνία, ίσως απ’ τη μαστούρα, φλιαρούσαν με πάθος οι φιλόσοφοι της παραλίας, ενώ λίγα μέτρα πιο κάτω οι τουρίστες λιάζονταν, κι οι ρωσίδες έκαναν ηλιοθεραπεία ημίγυμνες.  Όμως, ο Μέλιος ήταν σταθερός στη δουλειά του, κι όλο και κέρδιζε και περισσότερα χρήματα. Μα τι να τα κάνει ο φτωχός; Γυναίκα δεν είχε. Έμενε σε ένα λιτό διαμέρισμα στην τουριστική περιοχή για να είναι κοντά στη δουλειά του, και από τον Δεκέμβριο μέχρι τον Μάρτιο που ξανάπιανε δουλειά, τον έπιανε η κατάθλιψη, γιατί δεν ήξερε πώς στο καλό να σκοτώσει το χρόνο του.  Πήγαινε συχνά στο λιμάνι, έκανε τον παράγοντα στους ψαράδες και συζητούσε με τους λιμενικούς για τα προβλήματα και τις διάφορες διατάξεις των φορτοεκφορτώσεων. Οι γερόλυκοι οι φίλοι του, μαζεύονταν σε έναν καφενέ σε μικρή απόσταση από το λιμάνι και τα έτσουζαν, αφηγούμενοι ιστορίες για αγρίους, κι ακούγοντας ξέμπαρκους ναυτικούς να τους λένε για τη ζωή στα πλοία. Κάθε βράδυ στον ύπνο του, ονειρευόταν τον εαυτό του καπετάνιο, και χαμογελούσε γλυκά από ευχαρίστηση πάνω απ’ το μαξιλάρι.
 Πολλές φορές, έπαιρνε το τζετ σκι και πήγαινε ως μέσα βαθειά. Περνούσε τους κυματοθραύστες κι έφτανε μέχρι τα αγκυροβολημένα πλοία, ρίχνοντας κλεφτές ματιές στα καταστρώματα, μήπως κι αντικρύσει το πλήρωμα. Όσες φορές πετύχαινε κάποιον απ’ το πλήρωμα, χαιρετούσε στρατιωτικά, κρατώντας με το ένα χέρι την θαλάσσια μοτοσικλέτα, και φουσκώνοντας γεμάτος καμάρι και περηφάνια τα στήθια, γύριζε επιδειχτικά με μια εξαίσια μανούβρα το τζετ σκι, κάνοντας το να αδειάζει νερό σαν φάλαινα από το πίσω του μέρος και έφτανε θριαμβευτής στην άμμο, δίπλα στα κρεβατάκια με τους τουρίστες. Ήταν το δικό του μυστικό.
 Κι έτσι περνούσε η μίζερη ζωή του, ως που μια μέρα…  Ως που μια μέρα, ο σύλλογος ιδιοκτητών θαλάσσιων σπορ, αποφάσισε να διοργανώσει αγώνες προς τιμήν ενός βετεράνου θαλασσόλυκου της αμμουδιάς, ονόματι Τάσου, ο οποίος ήταν 87 ετών και το πετσί του είχε παστώσει κυριολεκτικά από τα χρόνια έκθεσης στον ήλιο και στην αλμύρα. Ο γέρος, ήταν ντυμένος στα κατάλευκα αθλητικά του ρούχα εκείνη τη μέρα με το σήμα του δράκου στην λευκή φανέλα με γιακά και το κοντό αθλητικό του σορτς, το οποίο ενωνόταν σχεδόν με τις μάλλινες άσπρες του κάλτσες που έφταναν σχεδόν μέχρι τα γερασμένα του γόνατα. Καθόταν σε μια εξέδρα πιο ψηλά απ’ όλους σαν επίτιμος καλεσμένος.
 Ο Μέλιος, προετοιμαζόταν για μήνες για κείνη την μέρα. Ήθελε να βγει πρώτος και καλύτερος. Γυάλισε λοιπόν το καλύτερο του τζετ σκι, το επισκεύασε, του άλλαξε τα λάδια, το γέμισε με την καλύτερης ποιότητας βενζίνα, και ήταν πανέτοιμος ψυχολογικά και σωματικά. Φορούσε όπως πάντα το μαύρο του σα σώβρακο μαγιό και οι πυκνές τρίχες του στήθους του γυάλιζαν στον ήλιο.
 Νικητής του αγώνα, θα ήταν αυτός που θα παράβγαινε πρώτος, κάνοντας τον γύρω του μεγάλου εμπορικού πλοίου που βρισκόταν αραγμένο έξω από το λιμάνι της Λεμεσού και θα περνούσε εν ήδη κορδέλας τους κυματοθραύστες πριν απ’ τους άλλους.  Η συμμετοχή ήταν αθρόα και περιλάμβανε όλους τους γυμνασμένους τύπους από 40 και πάνω που υπήρξαν πρώην ναυαγοσώστες και νυν ιδιοκτήτες ειδών θαλάσσιων σπορ, με τα γυμνασμένα τους κορμιά να λάμπουν κάτω από τον καυτό ήλιο του Αυγούστου. Ο Μέλιος, τους χαιρέτισε όλους φιλικά πριν το αγώνα, μιας και ήταν όλοι γνωστοί του. Από την ακτογραμμή που ξεκινάει από τον Εναέριο, μέχρι την Παρεκκλησιά, καθώς και από τις παραλίες της Αγιά Νάπας και της Λάρνακας καθώς και ένας μερακλής από την Πάφο, όλοι οι θαλασσόλυκοι ήταν εκεί, μαζεμένοι έξω από τον ναυτικό όμιλο Λεμεσού, από την πλευρά της αμμουδιάς.
Το σήμα για την έναρξη έδωσε ο γέρο Τάσος, με την εκπυρσοκρότηση ενός αθλητικού πιστολιού. Οι θαλασσόλυκοι πήραν θέσεις πάνω στα τζετ σκι, και με το άκουσμα του πιστολιού, γκάζωσαν τις μηχανές και πήραν μπρος. Πίδακες νερού ξεπηδούσαν στον αέρα καθώς οι συριστικοί ήχοι των τζετ σκι γέμιζαν την ατμόσφαιρα.  Ο Μέλιος έβαζε όλη του την πείρα και την επιδεξιότητα, κι η γεύση από το κρεμμύδι που είχε φάει μέσα στην πίτα με τα σουβλάκια, αναδυόταν από το στομάχι του στο στόμα. Με τον ιδρώτα να στάζει στο μέτωπο, μάρσαρε και μανούβραρε όσο καλύτερα μπορούσε την θαλάσσια μοτοσικλέτα του.  Είχε αυτοσυγκεντρωθεί στον υπέρτατο βαθμό. Όλη η πείρα και η θέληση της ζωής του, διοχετεύτηκαν σ’ αυτό τον αγώνα. Τον αγώνα υπέρ πάντων… Με το πρόσωπο  και το μαγιό- σώβρακο λουσμένο στον ιδρώτα, προχωρούσε ακάθεκτος για τη νίκη. Έκανε θριαμβευτικά πρώτος το γύρο από το πλοίο και προπορευόταν στην επιστροφή. Φωνές και ζητωκραυγές ακούγονταν από την αμμουδιά. Οι λουόμενοι είχανε μετατραπεί ξάφνου σε θεατές και οπαδούς. Οι υπόλοιποι ανταγωνιστές, αθλητές, ως δια μαγείας, δεν μπόρεσαν να τον φτάσουν, κάποιοι έβριζαν από μέσα τους και τον κατηγορούσαν για μετατροπή στη μηχανή. Αλλά ο Μέλιος, είχε κιόλας περάσει τους κυματοθραύστες, κι ό,τι κι αν έλεγαν, όση χωλή και να έβγαζαν, η νίκη ήταν δική του. 
 Έφτασε στην ακτή, έσβησε τη μοτοσικλέτα όπως όπως και κατασυγκινημένος, έσκυψε και φίλησε την άμμο. Κατόπιν, είδε τον γέρο Τάσο, τον πρεσβύτερο των θαλασσόλυκων, να σηκώνεται απ’ το θρόνο του και να τον προφτάνει όπως ήτανε γονατιστός για να τον στεφανώσει με το χρυσό μετάλλιο της νίκης. Σήκω γιέ μου, του είπε. Από δω και μπρος, εσύ είσαι ο αρχηγός μας, είπε συγκινημένος ο γέρο θαλασσόλυκος. Κι από κείνη τη μέρα τα πάντα άλλαξαν για τον φίλο μας. Οι δουλειές πήγαιναν καλύτερα, είχε κρεμάσει το μετάλλιο στο σπίτι και την τιμητική πλακέτα που του έδωσαν, την έβαλε στο μαγαζί για να την βλέπουν οι τουρίστες και να κορδώνεται, να καμαρώνει. Από κείνη την μέρα, σα να ψήλωσε λιγάκι παρά τα 45 του χρόνια, κι έτσι, έζησαν οι θαλασσόλυκοι της αμμουδιάς καλά, κι ο Μέλιος, ο αρχηγός τους, καλύτερα!



Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2016

Λάγνα φάλαινα





Της τον είχα χώσει κατάσαρκα. Το κήτος σάλεψε. Ο γυναικείος Λεβιάθαν με κοίταζε με εκείνο το ευτυχισμένο, απρόσμενο, λάγνο χαμόγελο που απλωνόταν πάνω στο παχουλό πρόσωπο και γίνονταν ένα με τη λιπαρή επιδερμίδα του θαλάσσιου τέρατος. Το ωκεάνιο, βρόμικο κρεβάτι, με την τριμμένη κουβέρτα σπάραζε και βογκούσε. Κάθε του αρμός δοκιμαζόταν στα άκρα. Ο ιδρώτας έλουζε το κορμί μου, κι ο ήρωας θριάμβευε μέσα μου.
 Ξάφνου, η άσπρη φάλαινα, με ρώτησε ξεφυσώντας ταυτόχρονα υγρά απ’ τον μουσκεμένο της φυσητήρα.
-          Τι μου κάνεις μωρό μου, τι μου κάνεις;
-          Αϊ σιχτίρ, χάρη σου κάνω, σκέφτηκα, αλλά δεν το πα. Και βουβός που έμεινα, τζίφος.
Λίγο ακόμα και θα έχυνα, να τελειώσει το μαρτύριο και η χάρη. Να κερδίσω κι εγώ κάτι μέσα σ’ αυτή την ολέθρια ήττα. Μα εκείνη, όχι, εκεί, να ρωτάει, «τι μου κάνεις μωρό μου;», και νάτος, ο μόμπι ντικ μου, να γίνεται κουρέλι.
Ωχ, δεν τελειώνει αυτή η νύχτα θεέ μου.

Γύρω στα 125 κιλά. Είχε συμπαθητικό χαρακτήρα, αν και λίγο άτονη ομιλία, αργή, που  στην πρώτη εντύπωση την έπαιρνες για ηλίθια. Μα δεν ήταν. Ίσως η ευστροφία της να περιοριζόταν στα απαραίτητα. Αναπνοή, τροφή, σεξουαλική ικανοποίηση. Αν και γι’ αυτό  το τελευταίο έχω τις αμφιβολίες μου. Μαλλιά λιτά, λεπτά, αραιά, πρόωρη γυναικεία φαλάκρα. Πρόσωπο συμπαθητικά βοϊδίσιο. Μα με ήθελε πολύ, κι εγώ δεν μπορούσα να αντισταθώ στην επιθυμία μου. Στην αρρωστημένη μου ικανοποίηση να την κάνω δική μου. Να της δοθώ έστω για μια φορά. Και γαμώτο, σιχαίνομαι τον εαυτό μου, μα δεν ένιωσα καμιά αηδία. Το φχαριστήθηκα ίσως. Αν και το πουλί μου, είχε αντίθετη γνώμη και δεν συμβάδιζε τόσο με τη γενικότερη ψυχολογία μου.
Το ύψος της δεν ήταν καθόλου άσχημο. Ένα κι εβδομήντα, κι είχε ένα χέρι θεέ μου… Το μπράτσο της ισοφάριζε την κνήμη μου. Της έπιασα το χεράκι και διαβήκαμε τη διάβαση. Την κέρασα με τα πολλά ένα μοχίτο, κι έτσι η απέχθεια μου – μπα δεν ήταν απέχθεια-. Με τα πολλά την έψησα. Ήταν ντροπαλή κι ονειροπόλα. Λίγο χυδαία, ίσως λίγο περισσότερο. Ίσα ίσα για να ισοφαρίσει τα προσόντα που της έλειπαν.
Αλλά τι διάολο; Τόσες ώρες στα τηλέφωνα, τόσα μηνύματα στο κινητό, τόσα ξεροκαυλιάσματα για το τίποτα;  Έπρεπε να πάρω ότι μου δινόταν και το πήρα. Ξόδεψα τις τελευταίες μου δεκάρες για ξενοδοχείο, ποτά και τα ρέστα. Και ναι, την έκανα δική μου. Ο ήρωας θριάμβευσε και πάλι μέσα μου.
 Όταν έφτασα σπίτι μύριζα πατόκορφα μια περίεργη μυρωδιά πλαστικού, ανακατεμένου με λιπαρά απόβλητα. Τι στο καλό; Ή ώρα ήταν τρεις το πρωί και τα μάτια μου βαρούσαν. Έβγαλα τα ρούχα και μπήκα στο κρεβάτι ανακουφισμένος. Όταν ξύπνησα ήταν πια μεσημέρι, έτρεξα στο μπάνιο ξαλαφρωμένος κι έτοιμος να αντικρίσω την ελευθερία. Α ρε Ιωνά, τώρα καταλαβαίνω το μαρτύριο σου!
Α, και κάτι τελευταίο: Προσοχή! Αυτές οι απολαύσεις είναι για λίγους.




Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Έρωτας στον Άδη







Το φάντασμα της γυναίκας, μπήκε αργά μες το δωμάτιο. Μόλις είχα αρχίσει να ανοίγω τα μάτια μου για τον νυχτερινό περίπατο στην αυλή και στη χλομή λίμνη· κάτω απ’ τις πανύψηλες γριές λεύκες. Την είχα πνίξει στο πηγάδι πριν αρκετά χρόνια. Δεν θυμάμαι ακριβώς πόσα. Βλέπετε, η αιωνιότητα είναι βαρύ πράγμα, και για κάτι τέτοια γεγονότα, δεν σημειώνω ποτέ ημερομηνίες και χρονολογίες στο ημερολόγιο μου. Είναι απλά ανώφελο.
 Φοράει πάντα ένα κατάλευκο φουστάνι. Καλοκαιρινό. Είναι ψηλή με μαλλιά λιτά, ίσια, λεπτά, που οι άκρες τους αγγίζουν ανεπαίσθητα τους υπέροχους της ώμους. Με πλησιάζει με βλέμμα σκοτεινό. Νιώθω πως τα μάτια της κρύβουν ένα αδιαπέραστο κάρβουνο. Μα δεν γινόταν αλλιώς. Την αγαπούσα τόσο, που αν δεν την σκότωνα, θα ήμουνα ανάξιος του έρωτα της. Ναι, εκείνη τη μέρα στο πηγάδι, την έκανα πραγματικά δική μου. Όσο ένιωθα το κορμί της να συνταράζεται απ’ τους σπασμούς, όσο κρατούσα σθεναρά το κεφάλι της μέσα στο νερό, ενώ το φεγγάρι ολόγιομο έλουζε υπέροχα τους σταρένιους της ώμους, όσο το ελαφρύ αεράκι ανέμιζε το όμορφο της φόρεμα, στιγμή προς στιγμή, δευτερόλεπτο προς δευτερόλεπτο, γινόταν όλο και πιο δική μου. Μέχρι τη στιγμή που άφησε την τελευταία της πνοή. Μέχρι που το οξυγόνο στους πνεύμονες της στέρεψε, κι εγώ είχα πια περάσει στην αιωνιότητα μαζί της. Ο έρωτας μας πέρασε στην αθανασία.
 Δεν θα την άφηνα ποτέ να φύγει από κοντά μου. Το ίδιο ήθελε κι αυτή. Το έβλεπα στα μάτια της. Το άκουγα στους παλμούς της καρδιάς της. Το ένιωθα στα υγρά όλο πόθο χείλη της. Κι όταν πια για την τελευταία θυσία με δοκίμαζε, απειλώντας, με ήρεμο τρόπο πως θα μ’ αφήσει για άλλον, ήξερα πως η μεγάλη στιγμή έφτασε.
 Αλλά θαρρώ πως παρέκκλινα πολύ απ’ τη διήγηση μου. Συνεχίζω λοιπόν. Την βλέπω να έρχεται με σκυμμένο το κεφάλι και σκοτεινό πρόσωπο. Φτάνει στο κρεβάτι και σκύβει απάνω στο λαιμό μου. Είναι η ώρα για το καθημερινό της βάλσαμο. Με κρατάει απ’ το χέρι και βγαίνουμε απ’ το σαρακοφαγωμένο δωμάτιο, καθώς το αίμα κυλάει άφθονο ακόμα απ’ την αορτή μου.
-          Για κοίτα αγάπη μου τι όμορφα που είναι απόψε... Πως λούζει το φεγγάρι τ’ όμορφο πρόσωπο σου...
-Ναι... Είναι υπέροχα, φίλησε με...
Το αίμα μου της δίνει τη δύναμη να μιλάει. Την τρέφω κάθε νύχτα με τις σάρκες μου, σ’ αυτό το παντοτινό σκοτάδι που ζούμε. Τι καλά που στον κόσμο μας δεν υπάρχει μέρα. Θα μου ήταν ανυπόφορο το φως του ήλιου. Η νύχτα ξέρει να ξεδιπλώνει τα αισθήματα, ξέρει να κάνει τις καρδιές να ανοίγονται σαν νυχτολούλουδα, ξέρει να τραγουδάει με τη μυστική της φωνή τα τραγούδια του πάθους.
Περπατάμε μαζί μέχρι την ακροποταμιά. Οι σκιές μας καθρεφτίζονται στο ποτάμι. Βλέπω τα μάτια της κενά. Δυο μαύρα φίδια βγαίνουν απ’ τις κόγχες τους και ζητάνε εκδίκηση. Είναι η ώρα που θυμάται τις παλιές της αμαρτίες, κι ο δαίμονας της κάνει το χατίρι για λίγο και απαλύνει της ενοχές της με μια δόση κακίας.
Γυρνάμε αργά στο σπίτι αγκαλιασμένοι. Η νύχτα είναι γλυκιά, ανοιξιάτικη. Οι λεύκες θροΐζουν και η αγαπημένη μου ακουμπάει το κεφάλι της στον ώμο μου. Επιστρέφουμε στο δωμάτιο. Ανάβω το φως της λάμπας πετρελαίου και τι να δω; Είναι η ώρα του ακέφαλου μυστηρίου. Είναι η ώρα για να ξεκουραστεί η βασίλισσα της καρδιάς μου. Κόβει το κεφάλι μου με μια απλή κίνηση και το αποθέτει στο δρύινο ντουλάπι ευλαβικά.
Το κορμί μου ακέφαλο, παραμένει ακίνητο σαν άγαλμα.  Περιμένω να γυρίσει απ’ τον περίπατο της. Δεν ξέρω πόσα χρόνια στέκομαι εδώ ακίνητος. Τα μάτια μου πάντως συνήθισαν στο σκοτάδι. Ξεχωρίζω κάτι παλιά βιβλία στοιβαγμένα κάτω απ’ τα ρούχα. Θα θελα πολύ να τα διαβάσω, μα τα χέρια μου είναι μακριά. Παραμένουν ασάλευτα. Κλείνω τα μάτια, και την ονειρεύομαι. Ονειρεύομαι τη μέρα που θα επιστρέψει να σηκώσει το κεφάλι μου μες τα εξαίσια της χέρια και να με συναρμολογήσει. Τι περίεργο πράγμα να ακούω την καρδιά μου από τόση απόσταση και να την νιώθω να ματώνει στάλα στάλα. Λες να γύρισε;
-          Μπα, μπα. Πάλι ονειρεύεσαι συ; Έλα, το φαγητό είναι έτοιμο.
Τα ευλογημένα χέρια της σηκώνουν το κεφάλι μου και η βάση του λαιμού μου νιώθει ξανά το βάρος του κρανίου μου. Τεντώνομαι ευχαριστημένος.
-          Περίεργο πράγμα καλή μου. Νιώθω πιο ανάλαφρος, πολύ πιο ανάλαφρος τώρα.
Δε μίλησε. Προχώρησε αργά προς την κουζίνα και μ’ ένα νεύμα του δακτύλου της, με κάλεσε κοντά της.
Τα κεριά φώτιζαν το μεγάλο ξύλινο τραπέζι, καθώς ο αέρας έξω όλο και δυνάμωνε, κάνοντας τα σκουριασμένα παράθυρα να συρίζουν σαν κραυγές πεινασμένου μωρού. Το τραπέζι είναι στρωμένο με σάρκες. Τα όρνια στήνουν γλέντι. Την βλέπω να τα κοιτάει και να χαίρεται καθώς το βλέμμα μου τρομαγμένο την παρακολουθεί να γευματίζει με την καρδιά μου.
-          Έζησες αρκετά για να με θαυμάζεις κάθαρμα, τώρα είναι η σειρά μου να γίνω και πάλι γυναίκα.

Έπεσα νεκρός με το κεφάλι στο τραπέζι. Τα κοράκια λεφούσι, έστηναν τσιμπούσι με τις σάρκες μου.
Είναι ωραίο να είσαι άυλος. Τότε μόνο κατάλαβα πόσο μ’ αγαπάει.

Από τότε, κάθε βράδυ καθόμαστε στην αυλή και κοιτάμε κατά τη λίμνη. Το φεγγάρι είναι πάντα ολόγιομο και πάντα μαγευτικό, καθρεφτισμένο μες τα ατάραχα νερά της. Κι αυτή μες το λευκό της φόρεμα, μια θεά που τρέφεται με το νέκταρ του έρωτα μου, να με κοιτάει με της πύρινες φλόγες των ματιών της.

-Η κόλαση φέρει το όνομα σου αγάπη μου! 

Είναι μια φράση που πάντα της έφερνε γέλιο, κι εγώ δε θέλω άλλο παρά να μου χαμογελά. Να έχω την ψευδαίσθηση πως το αίμα μου παγώνει. Το αίμα που δεν έχω πια. Μα έχω εκείνην, κι αυτό μου φτάνει, μάλλον...




Κυριακή 22 Ιουνίου 2014

Η Αποικία των Βρυκολάκων

Όποιος/α θέλει να στηρίξει την προσπάθεια μου για έκδοση αυτού του μυθιστορήματος, μπορεί να το πράξει, πατώντας στον πάρακατω σύνδεσμο...


http://pubslush.com/project/3159

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Το ανέκδοτο




Ο Μελάνθημος Κορνουάλης,  τυχαίνει να είναι ο αγαπημένος μου συγγραφέας, και πάλαι ποτέ επιστήθιος φίλος. Δυστυχώς γι’ αυτόν και για την ανθρωπότητα βεβαίως, τίποτα δικό του δεν έχει ποτέ δει το φως της δημοσιότητας. Είναι δύσκολο για έναν φτωχό, επαρχιώτη λογοτέχνη βλέπεται να ξεφύγει από τα στενά όρια της ιδιαίτερης του πατρίδας, πόσο μάλλον σε μια σνομπ, κλειστή κοινωνία, όπως αυτή που έζησε και γαλουχήθηκε. Όμως φοβάμαι πως προτρέχω. Ας πάρουμε καλύτερα τα πράγματα απ’ την αρχή.
Ο Ανδρέας Πέτρου (αυτό είναι το πραγματικό του όνομα), μεγάλωσε στη μικρή μας πολιτεία, κι από μικρός ασχολήθηκε με τα γράμματα, αρχίζοντας να γράφει ποιήματα απ’ την τρυφερή ηλικία των 14ων χρόνων. Το Μελάνθημος Κορνουάλης, ήταν το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο, που μ’ αυτό πίστευε πως οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι των Αθηνών, δεν θα του στερούσαν το δικαίωμα, να εξετάσουν το έργο του αντικειμενικά, μιας και το κοινότυπο, Ανδρέας Πέτρου, όσο να ’ναι, ακούγεται άσχημα στ’ αυτιά ενός πρωτευουσιάνου εκδότη. Είχε έτοιμα, εξ’ όσον είμαι σε θέση να γνωρίζω τρία τον αριθμό μυθιστορήματα, και παρ’ όλες τις φιλότιμες προσπάθειες του να τα εκδώσει, δεν ευόδωσαν οι στόχοι του.
Ίσως να φταίει το ύφος μου έλεγε, ίσως να θέλουν κάτι πιο μοντέρνο, κάτι πιο άβαν γκαρτ, κάτι που να προκαλεί περισσότερο, δεν ξέρω. Να το προσπαθήσω άραγε, ή να κάνω κι εγώ όπως άλλους που προσπαθούν να αναγάγουν τα υπαρξιακά προβλήματα και τις φιλοσοφικές αναζητήσεις, σε τσελεμεντέ; Χμ... κατάρα, τίποτα δεν μου κάθετε απ’ αυτά. Θαρρώ, πως θα καταλήξω άθελα μου σαν τον Φρανς Κάφκα, που δεν είχε σχεδόν  εκδώσει τίποτα εν ζωή , κι απόκτησε φήμη μόνο μετά θάνατον. Μα, γαμώτο, πάντα ήθελα να τους μπω στο μάτι. Να δούνε τι αξίζω κι εγώ. Τι δηλαδή, μόνο αυτοί οι αχρείοι, θα το παίζουν κάποιοι, εναλλακτικοί, αντικομφορμιστές κι επαναστάτες; Πόσο τους μισώ θεέ μου, τι απαίσιοι υποκριτές που είναι. Δεν τους φτάνει η μεγαλοαστική τους μισητή καταγωγή, προσπαθούν να το παίξουν και διανοούμενοι, έχοντας εξασφαλισμένα τα προς το ζην από τα γεννοφάσκια τους. Μας ρώτησαν κι εμάς όμως; Που πρέπει να δουλεύουμε μέχρι να πεθάνουμε αν θέλουμε να μην πεθάνουμε της πείνας; Χμ... ναι, όνειρο απατηλό να γίνω γνωστός και πόσο μάλλον πλούσιος απ’ τα βιβλία μου. Αφού κατά πρώτον, κανείς δεν θα θελήσει να τα εκδώσει γιατί είναι εκτός μόδας, και κατά δεύτερον, κι αυτοί που είναι πρόθυμοι να τα εκδώσουν, θέλουν να τους το σκάσεις αδρά το παραδάκι.
Έπειτα είναι κι αυτή η κωλογλώσσα μας, δε βοηθάει. Μια σταλιά λαός, μόνο μερικά εκατομμύρια και τέλος. Όσο για μεταφράσεις, γι’ αυτές ούτε λόγος. Εκτός του ότι δεν ενδιαφέρεται κανείς να μεταφράσει τα έργα μας, τους πιάνει ίλιγγος μόνο στη σκέψη να μεταφράσουν από ελληνικά σε άλλες γλώσσες. Άσε που και να το έκαναν, ποιός θα μας έδινε σημασία;
Εγώ πάντως, όλο και τον ενθάρρυνα. Του έλεγα, Ανδρέα, στο κάτω κάτω γράφεις για σένα, κι αν είναι να ʼρθει η υστεροφημία θα ρθεί, ειδεμή θα προσπεράσει, άσε που η φήμη τώρα μπορεί να σε χαλάσει, ενώ μένοντας στην αφάνεια θα δυναμώσει το υλικό σου και θα παραμείνει αμόλυντο.
«Σα να χεις δίκιο βρε συ Κώστα, κι εμένα τώρα που το λες έτσι μου φαίνεται».
Ευτυχώς, τα λόγια μου σαν να τον παρηγορούσαν λιγάκι. Θυμάμαι κάτι γέλια που ρίχναμε σαν βλέπαμε τους τίτλους των βιβλίων που κυκλοφορούσανε εκείνη την εποχή! Κάτι του στυλ : «Το φεγγάρι άργησε μια μέρα» ή «Αννέτ Σημαίνει Μάνα», και φανταζόμασταν τις νοικοκυρούλες που τα έγραφαν ή ακόμα περισσότερο τις νοικοκυρούλες που τα διάβαζαν, περιμένοντας να ψηθεί ο αρακάς και τα δάκρυα που έχυναν, σαν να έβλεπαν τούρκικο ή βραζιλιάνικο σίριαλ στην τηλεόραση.
Μια άλλη φορά, θυμάμαι τώρα, τον είχε κυριέψει μια τέτοια απελπισία, αφού περίμενε επί δυο χρόνια χωρίς να πάρει κάποια θετική απάντηση από κανέναν, που έκανε την απελπισμένη και αυτοκαταστροφική σκέψη να πάει να παρακολουθήσει μαθήματα «Δημιουργικής Γραφής» τάχαμου.
«Βρε συ Κώστα, μήπως δεν γράφω καλά; Μήπως στ’ αλήθεια χρειάζομαι κανένα μάθημα για να γίνω πιο αρεστός;» « Ναι Αντρέα, τι να σου πω. Σίγουρα, αν θες να γίνεις σαν κι αυτούς που διαφημίζουν ανάμεσα στις σερβιέτες και τα απορρυπαντικά, ναι, γιατί όχι, δοκίμασε!» και πατούσαμε κάτι χάχανα μετά, άστα να πάνε, μας άκουγε όλος ο κόσμος στην καφετέρια.
-          Ναι, δίκιο έχεις. Τους ξέρουμε δα κι αυτούς τους δασκάλους του λόγου. Ξοφλημένοι συγγραφείς που βρήκαν τρόπο να τσεπώνουν λεφτά, ποντάροντας στη ματαιοδοξία του κόσμου. Κάθε γειτονιά και συγγραφέας μαλάκα μου, δεν πρόκειται να ξεστομίσω ποτέ πως είμαι κάτι τέτοιο, μου φαίνεται σα βρισιά τώρα που το σκέφτομαι.
-          Ναι, άστα, τραγικό. Μόνο που δεν νομίζω πως είναι έτσι ακριβώς, άλλα τέλοσπάντων. Για πες, τι διαβάζεις αυτή την περίοδο; «κι άρχισε να μου αναφέρει τα λογοτεχνικά που διάβαζε».

Αχ... κι ήταν τόσο τραγικό να βλέπεις έναν άνθρωπο που ʼχε να πει πολλά να λιώνει μέσα στο μαρασμό της ανέφικτης επικοινωνίας. Σα να ρίχνεις αυγά σε τοίχο.  Ήταν άτυχος, τ’ ομολογώ. Έγραφε σε μια εποχή που όλοι ’κάναν πως ’γράφαν, κι είχε πέραση το εύπεπτο και το επιτηδευμένα σκοτεινό. Επεδίωκε την καθαρότητα, σε μια εποχή που το νεφελώδες και το περίεργο, είχανε πέραση μεγάλη.

Τι να του κάνω, αφού επέμενε να διαβάζει πάντα τους παλιούς, αυτούς που λέμε κλασικούς, κι ούτε που έδινε σημασία σ’ αυτά που έγραφαν οι σύγχρονοι του, να πάρει μια ιδέα τουλάχιστον. Είχε τη λόξα να θέλει να δημιουργεί δικούς του κόσμους, αυτόνομους στα μυθιστορήματα του. Κι αυτό δεν του το συγχώρησαν και το πλήρωσε με τη ζωή του.   Τον βρήκα κρεμασμένο στο ταβάνι του δωματίου του, με την 14η επιστολή απόρριψης του έργου του στο χέρι. Από πάνω, στο φάκελο είχε γράψει αυτά τα λίγα.

Κώστα, μη λυπηθείς. Βάλε σε παρακαλώ στο φέρετρο μου μέσα, αυτήν, μαζί με τις άλλες επιστολές, που έχω στο γραφείο μου. Θέλω να θαφτούν κι αυτές μαζί μου. Όσο για τα γραφτά μου, κάνε ό,τι νομίζεις. Ποιός ξέρει, ίσως πεθαμένος, να χω περισσότερη τύχη...

 Αντίο φίλε μου καλέ, και μη μου κρατάς κακία, ίσως ανταμώσουμε κάπου αλλού κάποτε... Σε χαιρετώ, (υπογραφή) Μελάνθημος Κορνουάλης. 

Παρασκευή 25 Οκτωβρίου 2013

Μεταμεσονύκτιες Ρεκλάμες




Μουχλιασμένες διαφημίσεις
Αργοπορημένα μηνύματα
Αναπάντητες ευχές
Σ’ ένα ηλεκτρονικό σύμπαν.

Συμβαδίζουν οι παλμοί μου
Με μια αύρα που τη νιώθω κοντά μου
Κι ένα σώμα, μια ψυχή χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά.

Τα μεσάνυκτα, σαν κινάω για τη δουλειά
Νιώθω πραγματικά νεκρός.
Οι δρόμοι είναι έρημοι,
Τα φανάρια δρουν μηχανικά- άψογα.

Οι φωτεινές επιγραφές είναι πιο λαμπερές από ποτέ
Και το σκοτάδι τόσο πυκνό που θαρρείς  πως εκδικείται τον ήλιο
Που μας τυφλώνει τα μεσημέρια.

Τον ήλιο που τα κάνει όλα τόσο διάφανα
Τόσο εξωπραγματικά ανυπόφορα,
Ώστε να θες να πάρεις ένα πιστόλι
Και να τον τινάξεις στον αέρα
Να σβήσει ή αν δεν σβήσει
Να φοβηθεί και να κρυφτεί
Να πάψει να καταυγάζει τα πάντα σαν χειρουργός.
Όλα φαίνονται
Κι όλα στη γυμνή τους ασκήμια.

Οι ουρές των αυτοκινήτων ένα θαύμα στρεσογόνης ενέργειας.
Οι κήποι των καυσαερίων,
Τα άδεια οικόπεδα της σκόνης
Που κάθε Σάββατο γυρεύουν την τιμητική τους
Στα παζάρια των Αθίγγανων.

Πάρτε κάλτσες, φρούτα, πουκάμισα, στολίδια!
Όλα φτηνά, όλα πνιγμένα μες τη σκόνη των χωραφιών!

Μα επιτέλους, δεν είναι για μας η ομορφιά.
Η ομορφιά είναι αντικείμενο για ταξιδιωτικά γραφεία,
Ταινίες, διαφημίσεις, σποτ, πρακτορεία μοντέλων και βιτρίνες.

Οι πόλεις μας πρέπει να είναι άσχημες
Αλλιώς πώς να μάθεις;
Πώς να μάθεις να ζεις όπως σου πρέπει;

Η ηχορύπανση εμπνέει
Τους καλλιτέχνες του αύριο.
Οι λογιστές του μέλλοντος
Μετράνε τον τιμάριθμο με ντεσιμπέλ.

Οι ρόδες κυλάνε 24ωρα
Πάνω στο κύρτωμα οδοστρώματος της τρέλας μου.
Δεν κάνει διάλλειμα η ασχήμια, να το ξέρεις:
Αλλιώς θα ξεχαστείς στην ομορφιά τζάμπα.
Και το τζάμπα δεν τους συμφέρει,
Τους χαλάει το μαγαζί.

Λοιπόν, απλώσου μπροστά στην τηλεόραση
Κι άσε το μυαλό σου να λιώσει.
Μ’ ακούς;
Να λιώσει!
Όλα τ’ άλλα είναι σκέτες ΜΑΛΑΚΙΕΣ!



Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Ακινησία αορτής



Στεφανωμένες δάφνες του Βορρά
Ακατάσχετα κυλίσματα στις λάσπες.
Αιώνιος ήλιος
Αιώνια κάψα
Αιώνιο Φως
Ανέσπερες άυπνες μέρες.
Καλαφατίζω τη θάλασσα
Καλαφατίζω τα κύματα
Ακινησία ωκεανού
Και ψόφος ασφυξίας
Η σκέψη μου.
Μια ζεστή μπίρα σ’ ένα παγκάκι
Ένα υγρό στριφτό τσιγάρο
Που με καπνίζει.
Μια χώρα που μ’ έχει εξόριστο
Εξόριστος απ’ την αγκαλιά σου.
Η λύπη έχει μονότονα χρώματα
Η μοναξιά κανένα.
Κόλαση στο ηλιοβασίλεμα.
Δεν ξέρεις πώς είναι
Να ματώνεις
Να τυφλώνεσαι
Στο αίμα των χαμένων στιγμών.
Βουτάω στην ακινησία.
Σε περιμένω,
Ένα σώμα που πάλλεται.
Καρδιακός ρυθμός που εκρήγνυται
Σα βεγγαλικό
Στην αύρα σου.
Βαπτίσου ξανά κι αιώνια
Μες το φιλί μου…



Δευτέρα 8 Ιουλίου 2013

Βίβλος ή το πρωτογενές μυθιστόρημα

Βιβλίο: [ετυμολογία] ονομασία από τη Bίβλο, το μεγαλύτερο best seller  όλων των εποχών, που χάρη σ’ αυτό πήραν το όνομα τους όλα τα υπόλοιπα. Μιας και κανένα από τα υπόλοιπα συγγράμματα που έχουν κυκλοφορήσει ανά του αιώνες δεν κατάφερε να το ξεπεράσει σε πωλήσεις, έτσι του ανήκει δικαιωματικά η ονομασία μέχρι σήμερα. Με την ανέλπιδη όπως πάντα φιλοδοξία των εκάστοτε μυθιστοριογράφων να το ξεπεράσουν σε πωλήσεις και δημοτικότητα. Κι ίσως τότε να λέγεται «Οδυσσέας» ή «Δον Κιχώτης» ή κάτι άλλο. Κανείς δεν ξέρει να πει με σιγουριά. 

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Ο Τάκης το κουνούπι




  

Ήταν πρωί και τ’ αφεντικό την έκανε για τη δουλειά. Ήμουνα κάπου στο μπάνιο και σουλάτσαρα στους υγρούς τοίχους. Βζζζζζζζ, βζζζζζζζ, και βζζζζζ γύρω απ’ τα άσπρα τεράστια πλακάκια, σαν αεροπλάνο. Τέλεια φάση. Μα, ξέχασα να συστηθώ. Το όνομα μου είναι Τάκης. Ναι. Μ’ αρέσει πολύ να σουλατσάρω στο σπίτι αυτό, οι τοίχοι είναι τόσο υγροί, που με δροσίζουν και νιώθω σαν να εξερευνώ ένα σύμπαν γεμάτο εκπλήξεις. Για μένα φυσικά είναι σύμπαν, μιας κι είμαι τόσο μικρόσωμος, που η απόσταση απ’ το σαλόνι στην κουζίνα, μου παίρνει γύρω στη μισή ώρα. Μα να, πάλι έμεινα νηστικός. Και τ’ αφεντικό δεν λέει να φανεί.
 Δε λέω, χθες το βράδυ του ρούφηξα κάμποσο αίμα, μα η κοιλιά μου είναι μικρή και ξεφουσκώνει γρήγορα. Δεν μπορώ να πιώ περισσότερο γιατί θα κάνω έκρηξη, κι άιντε μετά να μαζεύεις τα φτερά μου από κάτω, να γεμίσει ο τόπος αίματα. Αηδία σου λέω, σκέτη αηδία. Μόνο που το σκέφτομαι με πιάνει φρίκη. Τέλος πάντων. Νάμαι τώρα εδώ, στα πλακάκια του νεροχύτη, να προσπαθώ να δροσίσω την κορμάρα μου. Ωχ, τι είναι αυτό το παράξενο καφέ πλάσμα με τα ποδαράκια που με πλησιάζει; Θεέ μου, κατσαρίδααααα! Ώρα να την κάνουμε.
Βζζζζζ, βζζζζζ, μακριά από μένα σιχαμένο πλάσμα! Πάμε στο σαλόνι φτερά μου, να ξαπλώσουμε. Βζζζζ βζζζζ, βζζζζζζζζζ. Καλά, ε. Θα ρίξω έναν ύπνο μόλις φτάσω στον καναπέ! Άλλωστε μυρίζει ακόμα κάτι περίεργο από χθες το βράδυ στο σαλόνι, κάτι ανάμεσα σε τσιγάρο και λιβάνι! Ό,τι κι αν είναι μαλάκα μου, με μαστούρωσε για τα καλά! Έκανα εναέριες νυχτερινές πτήσεις στο σαλόνι, -κάπως επιφυλακτικά βέβαια, το αφεντικό δεν ήταν μόνο- και βγάζανε κάτι καπνούς αυτός κι οι φίλοι του, μιλάμε να σου φεύγει το κεφάλι. Ένιωσα τα μηνίγγια μου να ζεσταίνονται και το κορμί μου να μουδιάζει. Βρήκα μια γωνίτσα και κοιμήθηκα ξερός μέχρι το πρωί. Ούτε που πήρα χαμπάρι για πότε το διαλύσανε το πάρτι.
Μα να, επιτέλους έφτασα στο σαλόνι. Αχ, το κορμάκι μου, πιάστηκα ολόκληρος. Είμαι το πιο αξιοθρήνητο βαμπίρ που υπάρχει. Και δε λέει να φανεί ο άτιμος. Τι ώρα πήγε άραγε; Τέλος πάντων, ας ρίξω έναν υπνάκο μέχρι να έρθει. Θα είμαι φρόνιμο παιδί, σίγουρα θα με φωνάξει μόλις φανεί. Είμαι το κατοικίδιο του! Αμ τι. Καλά είναι πολύ εντάξει ο τύπος. Δεν ξέρει τι πάει να πει κουνουπιέρα, κι όταν τον δαγκώνω, είναι σαν να το γουστάρει, τον βλέπω εγώ, ηδονίζεται. Α! Δεν θα ξεχάσω τις προάλλες που έκανα μπάνιο μέσα στα νερά της αποχέτευσης και είχα πάρει ένα τέλειο χρώμα και ένα άψογο άρωμα, και προς το βραδάκι τον δάγκωσα με το μακρύ κεντρί μου. Καλά, μιλάμε είχε φάει τέτοιο πρήξιμο, που τέτοια φουσκάλα δεν είχαν ματαδεί τα μάτια μου. Και να πεις πως δεν φαινόταν; Κατευθείαν στη γυαλιστερή καράφλα του κάθισα! Χαχα! Πολύ αστείο θέαμα μάγκα μου. Βζζζζζ, βζζζ, βζζ ζ ζ ζ…
-         Τάκη, που είσαι αγόρι μου;
-         Τι φωνάζει αυτός καλέ, με ξεκούφανε! Γύρισες επιτέλους; Βζζζζ... βζζζζ, αιματάκι... γιάμι!
-         Δεν μπορείς αν δεν με δαγκώσεις μπαγασάκο! Άντε πήγαινε τώρα, έχω δουλειές να κάνω, αρκετά ήπιες.
-         Ωχ, να πάρει, πάντα πάνω στο καλύτερο με κόβει.

Το αφεντικό προχώρησε, πήγε στο μπάνιο, λούστηκε κι έπειτα γύρισε στο σαλόνι, φορώντας μόνο ένα διάφανο λινό παντελόνι. Έβαλε κάτι μουσικές λες κι ήμασταν στην κουνοπομάνα την Κίνα, άναψε κάτι θεώρατα κεριά, κατέβασε τα στόρια, και κάθισε σταυροπόδι στο χαλί. Α! Είναι η ώρα να του την σπάσω, σκέφτηκα! Δεν ήθελα να τον δαγκώσω με τη μία. Ήθελα να τον παιδέψω λιγάκι, να χει περισσότερη πλάκα το θέμα.

Αυτός που λες, είχε κλείσει τα μάτια και άνοιξε τα χέρια σε στάση προσευχής. Είμαι σίγουρος πως ονειρευόταν εκείνον τον χοντρό φαλακρό θεό, που τόσο του μοιάζει, μόνο που τ’ αφεντικό μου είναι σαν στέκα του μπιλιάρδου λεπτός. Γύριζα μάγκες μου σαν ανεμόπτερο με εξωφρενική ταχύτητα, και δως του σβουμ, και σβαμ και βζζζζζζζζζ όλη την ώρα γύρω του. Ξέρω, είναι φιλόζωος κι οικολόγος, και ποτέ του δεν θα μου κανε κακό, γι’ αυτό εξάλλου είμαι τόσο άνετος μαζί του.
Και δως του αυτός αυτοσυγκέντρωση, όσο πιο πολύ σαματά έκανα, τόσο πιο πολύ χανόταν! Μα να, που σε μια στιγμή, -κακιά ψυχρή κι ανάποδη- την είδε δεν ξέρω και γω τι. Ίσως να την είδε σαμουράι, ή καρατέκα. Τον βλέπω να παίρνει δυο ξυλάκια από κάτω, κι εκεί που χε γίνει τελείως Ζεν, δικέ μου, κάνει ένα χλάπ με τις ξυλούρες του, και να μαι να χωμένος στις δαγκάνες του. Κάνω ένα σπλάτς και διαλύομαι σε αίμα και πτερύγια. Έπειτα πρέπει να έκανε κάτι πολύ αηδιαστικό γιατί είδα το κουνουποπνεύμα μου να χάνεται στον οισοφάγο του! Σπουδαία μέρα να σπάσει τη χορτοφαγία του κι αυτός! Αμαν! Γι’ αυτό σας λέω φιλαράκια μου, μην εμπιστεύεστε ποτέ χορτοφάγο αφεντικό, ποτέ δεν ξέρεις πότε θα το γυρίσει στο κρεάς και στο αίμα!

Απ’ τον παράδεισο των εντόμων, για την Φιλοαιματική Οργάνωση Πτερωτών, Τάκης το Κουνούπι – ή το θύμα μιας αγάπης.



Τετάρτη 22 Μαΐου 2013

Χάραμα


Ο απαίσιος καφές της μηχανής του γκαράζ
Φέρνει το κατακάθι του στην επιφάνεια των χειλιών μου
Τρυπάει το άδειο στομάχι της ζωής μου
Με κάνει αχόρταγο για ζωή
Νιώθω για έρωτα διψασμένος
Για ηδονή
Για σένα
Για τα χείλη σου
Για τους καταρράκτες της σπονδυλικής σου στήλης
Που λειώνουν στα χάδια μου σαν ζάχαρη
Σταλάζοντας το μέλι στην καρδιά μου
Χάνομαι μέσα σου ατέλειωτους αιώνες
Κι υψώνομαι στα μαγικά τοτέμ της αθανασίας
Μέσα σε φωτιές δράκων
Που παιανίζουν
Τον άφθαρτο Θεό της Αγάπης 

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Οι ψεύτικες γυναίκες






Οι ψεύτικες γυναίκες που με συντροφεύουν
Στα κανάλια των ινών κι έπειτα φεύγουν.
Τάσσουν νύχτες γεμάτες λαγνεία και πόθο
Κι όταν ξημερώσει λύνονται τα μάγια.

Είναι μεγάλη η μοναξιά
Μέσα στο Δίκτυο
Των απρόσωπων προσώπων.

Κάποτε σκέφτομαι το παρελθόν.
Εκεί που τα λόγια είχαν αξία
Κι οι άνθρωποι μια υπόσταση.
Πέρα απο ιδεογράμματα
Και την αντανάκλαση
Των ψηφιακών αναπαραστάσεων.

Το σκοτάδι κρύβει παγίδες
Και το φως δείχνει την τέλεια απάτη.

Βρες άλλους τρόπους να αναστηθείς έρωτα
Σε έχουνε θάψει σε σωρούς ηλεκτρονίων... 

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ο νεκρός



Είχε από ώρα ξυπνήσει μέσα στο φέρετρο. Έκανε να λυγίσει τα πόδια μα δεν μπόρεσε. Τα χέρια του ήτανε στριμωγμένα κι ακίνητα, βαριά σαν μολύβι. Μα σαν εμετός, ξεβράστηκε ένα άυλο πράγμα έξω απ’ την κάσα, που με τρόμο διαπίστωσε πως ήταν η ψυχή του. Δεν είχε ηλικία, μήτε φάτσα, μήτε σώμα. Ένα φάσμα ήταν που πετούσε σε θολά τοπία. Σαν τις μεγάλες εκείνες εκτάσεις των βάλτων που τις σκεπάζει η αιώνια ομίχλη. Η αχλή του πρωινού αέρα, σκέπαζε έναν αρρωστιάρη ήλιο που καθόταν στο σβέρκο εκείνου του κόσμου. Κίνησε ακατάσχετα προς τυχαίες κατευθύνσεις για να βρει έναν Δρόμο. Στην πορεία, σάστισε, σταμάτησε κι άκουσε φωνές να τον καλούν. Σαν μύρια στόματα αναστεναγμών να βάλθηκαν να σκούζουν το όνομα του με θρήνους. «Ανέλαε... Ανέλαε... έλα κοντά μας.... εδώ είναι ο δρόμος σου... έλα στην χώρα της ανυπαρξίας να δεις τον κόσμο που σε γυρεύει... Τον κόσμο που γύρευες και με τρόμο φανταζόσουνα...»
 Ρίγησε. Αν μπορεί να ριγήσει μια ψυχή. Τα τεράστια μάτια του, άνοιξαν πλατιά καθώς δεν έδινε πίστη στην ακοή του. Τότε κάτι πελώρια φαντάσματα άρχισαν να φαίνονται στην άκρη του ορίζοντα και σαν ένα πελώριο νέφος να κατευθύνονται κοντά του. Οι μορφές τους τον γέμισαν με φρίκη. Σύννεφα, σύννεφα από στάχτες και αχλή, μια απροσδιόριστη μάζα από ψυχές που μεγάλυναν την σύσταση τους στον αιώνιο και άκτιστο κόσμο της αθανασίας. « Ποιοί είστε σεις που με καλείτε; Μήπως βρίσκομαι σε όνειρο ή εφιάλτη;»
« Έλα μαζί μας και θα σου δείξουμε τον καινούργιο σου κόσμο. Τώρα που το σώμα σου αρχίζει να λειώνει, εκεί στη γη, κάτω ή πάνω δεν έχει σημασία, θα διαβείς το μονοπάτι που δεν έχει γυρισμό. Μα δες εκεί, δεν είναι κανείς που να γνωρίζεις;»
Τότε πέρασαν μπροστά απ’ τα μάτια του πεθαμένου όλες οι θύμισες της γήινης ζωής του. Είδε τις γυναίκες που περάσαν σαν σταθμοί απ’ τον εφήμερο του βίο να περνάνε σαν σκιές από μπροστά του. Για μια στιγμή τα πρόσωπα τους γύρισαν και τον κοίταξαν με έναν τόνο παρακλητικό και τον καλούσαν κοντά τους, μα σαν έκανε να τις αγγίξει αυτές διαλύονταν σαν σύννεφα σκόνης. Είδε τον εαυτό του να μεθάει από πόνο, κι άλλες στιγμές από χαρά, κι άλλες να χάνεται στην χλιαρή σούπα της μετριότητας.
Ένα δάκρυ κύλησε απ’ τα χειμερικά του μάτια, κι οι ψυχές που τον καλούσαν έχασαν πια την υπομονή τους. « Καιρός να φεύγουμε, έχουμε δρόμο να διανύσουμε και πάλι μέχρι να φτάσουμε στο Απόλυτο Μηδέν, στην λύση κάθε ψευδαισθήσεως, στον Κύριο μας, το Άπειρο».
Τότε ο Ανέλαος, έτρεξε μ’ όλη τη δύναμη του φάσματος του, και χώθηκε μ’ ανάπαυση στο κρύο του μνήμα. Όταν ξημέρωσε, η ψυχή του βρισκόταν και πάλι μέσα στο ψόφιο του κουφάρι, και παρόλο που ένιωθε χειρότερα από ποτέ, δεν πήρε καν τηλέφωνο να δώσει μια δικαιολογία, σηκώθηκε απ’ το υγρό του κρεβάτι, ντύθηκε το μαύρο κουστούμι, φόρεσε την κολλαριστή ροζ γραβάτα και πήγε κατευθείαν χωρίς καν να πάρει τον πρωινό του καφέ – η ώρα ήταν  οκτώ και μισή και είχε αργήσει- στο νεκρο- γραφείο.
 Άλλη μια δύσκολη μέρα τον περίμενε. Στοίβες τα χαρτιά για διεκπεραίωση, μα πριν βυθιστεί στον κόσμο των εγγράφων, πήρε βαθιά ανάσα και κοίταξε έξω απ’ το τζάμι. Η ομίχλη σκέπαζε τα πάντα και στο απέναντι πεζοδρόμιο δεν φαινόταν κανείς. Ωραία μέρα για να πεθάνει κανείς, σκέφτηκε. Χαμογέλασε αχνά και χάθηκε στην χαρτούρα του. 

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Η αρετή




Δεν είμαι εγώ παιδί της αρετής
Η αρετή θέλει πιστούς
Θέλει να δένεσαι πάνω σε χείμαιρες
Να προχωράς πάνω σ’ αγκάθια ξυπόλητος
Θέλει να κλείνεις τα μάτια
Και να προχωράς νυστικός
Μπρος στην απώλεια
Με χέρια δεμμένα πισθάγκωνα προς την αγχώνη
Με το κεφάλι αγέρωχα ψηλά
Να αφήνεσαι στην κρεμάλα περήφανα.

Δεν είμαι εγώ παιδί της αρετής
Η κακία δεν τραβάει απ’ τη μύτη.
Μεθάει με το πονηρό της άρωμα
Ηλεκτρίζει η ηδονή το σώμα
Κι αφήνεσαι
Στον οδυρμό της ψευδαίσθησης
Και της απώλειας.
Μα θα ρθει μια μέρα που
Θα σηκώσω το κεφάλι
Και θα μπω περήφανα
Μες το τεράστιο λαμπρό κελί
Της αυταπάτης

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Πίσω στο χρόνο


Βαρέθηκα τις ίδιες μαλακίες.
Να παίρνω, να δίνω, να σκορπώ.
Τα βράδια στις σκληρές αναλγησίες
παρέα με τους τοίχους να τη βρω.

Σε μια αγάπη που μου άφησε σημάδια
χρέη αιώνια να χρωστώ.
Σε μέρη που περπάτησα τα βράδια
όλο εκεί άθελα να τριγυρνώ.

Ας ανέβουμε κι αυτό το σκαλοπάτι,
χρόνια τώρα αραχνιάζει στα σκαριά.
Κοντά σου πανάρχαια μου αγάπη
μη μ' αφήνεις άλλο δίχως αγκαλιά. 

Τρίτη 5 Μαρτίου 2013

Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2013

Οι πολέμαρχοι των αριθμών


 

 

Το συνονθύλευμα  των πολυκατοικιών

παρασύρει στις λάσπες του καιρού

τον υπνωτισμένο άνθρωπο.

 

Κλαίνε τα πουλιά.

Καρπίζουν οι διαόλοι μες το μίασμα τους. 

 

Γεμίζουν οι καφετέριες της πλήξης.

Ξενερώνουν οι φίλοι

στης καθημερινότητας την τριβή.

 

Μας αυνανίζουνε οι γλυκασμοί

της τηλεόρασης και του υπολογιστή.

 

Οι ονειρώξεις μας τεχνοκρατούνται.

Σε λίγο το σεξ θα γίνεται με τηλεπάθεια.

 

Ρομποτίζονται οι σκέψεις

και οι κινήσεις μηχανοποιούνται.

 

Κωδικοί τα αισθήματα

και λογάριθμοι τα λόγια.

 

Αιθάλη βγάζουν οι τσιμινιέρες

και τα παιδιά μαθαίνουν γράμματα

καθισμένα στα πόδια της γιαγιάς νάρκης.

 

Χάϊ Χίτλερ

Θα λεν τα εγγόνια μας.

Αιώνιοι στρατιώτες θάναι

με παραλλαγές κόκκινες

απ’ το αίμα των πολέμων…